.

.

Οικοσελίδα

Κοινοτικό Συμβούλιο
Σύνδεσμος Αποδήμων
Ιστορική Αναδρομή
Εκδηλώσεις

Ημερολόγιο

.

Αρχαιολογικοί Θησαυροί  |   Εκκλησίες   |   Φωτογραφίες   |   Ανακοινώσεις   |  Επικοινωνία

 

Το θέρος και δυο παλιές ιστορίες.

Πρόσφατα ανακάλεσα στη μνήμη μου κάποιες παλιές σκηνές. Θυμήθηκα το κουβάλημα δεματιών σιταριού από κάποιο χωράφι προς το αλώνι. Το γαϊδούρι ήταν φορτωμένο με τόσα πολλά δεμάτια σιταριού που έμοιαζε με κινούμενη θημωνιά. Ο πατέρας μου τόνισε επιτακτικά πως αν συναντήσω σε κάποιο στενό δρομάκι, απ` όπου έπρεπε να περάσω, που είχε βαθύ γκρεμό απ`τη μια μεριά, κάποιον άλλο που πήγαινε αντίθετα, να τραβήξω το γαϊδούρι μου απ`την εσωτερική πλευρά. Ως δεκάχρονος και άπειρος στα θέματα αυτά, θεωρούσα τις οδηγίες του πατέρα μου θέσφατο, γι`αυτό όταν αυτός που ερχόταν απ`την άλλη πλευρά προσπάθησε να με πείσει να τραβήξω το γαϊδούρι μου απ`την εξωτερική, έμεινα ανένδοτος και αμετάπειστος λέγοντάς του πως το γαϊδούρι μου δεν μπορεί να πάει από την πλευρά του γκρεμού. Έτσι περάσαμε κανονικά και φτάσαμε στο αλώνι. Ένιωσα ασύγκριτη ικανοποίηση γιατί κατάφερα αυτό που μου ζήτησε ο πατέρας.

Αφού μεγάλωνε η θημωνιά, τότε λύνονταν τα δεμάτια και το υλικό απλωνότανε σ` όλο το αλώνι, στάχυα μαζί με τα στελέχη για ν` αρχίσει το αλώνισμα. Κάθε μέρα μόλις σχολνούσα πήγαινα στο αλώνι για να πάρω το φαγητό στον πατέρα μου, που στεκόταν πάνω στη δουκάνη και οδηγούσε τα δυο γαϊδούρια που την τραβούσαν πίσω τους κάνοντας συνεχόμενους και αλλεπάλληλους κύκλους. Έτσι οι κοφτερές πέτρες της δουκάνης κατατεμάχιζαν τα στελέχη και τελικά όλο το υλικό μετατρεπόταν σε μάλαμα, έτοιμο για το αλώνισμα. Αρχικά με άφηνε να οδηγώ τα ζωντανά αλλά έμενε κι αυτός μαζί μου μέχρι που βεβαιώθηκε πως μπορούσα να ελέγχω την πορεία. Με τον καιρό άρχισα να αλωνίζω μόνος μου, κουμαντάροντας κανονικά τα ζα κι εκείνος ξάπλωνε στη σκιά να ξαποστάσει από τον κάματο της δύσκολης, εξοντωτικής δουλειάς αλλά και της μεγάλης ζέστης.

Τελικά όταν το μάλαμα ήταν έτοιμο, το στοίβαζαν σε κάποιο σημείο και περίμεναν τον κατάλληλο, ούριο άνεμο για ν` αρχίσει το ανέμισμα. Άντρες και γυναίκες στη σειρά με μεγάλα ξύλινα φτυάρια, το (θερνάκι και το δικράνι) όπως τα έλεγαν, έριχναν προς τα πάνω το υλικό. Το σιτάρι έπεφτε ως βαρύτερο μπροστά τους, ενώ αντίθετα τα μικρά κομματάκια των στελεχών τα έριχνε ο αέρας λίγο μακρύτερα. Έτσι χωριζόταν το σιτάρι από το άχυρο σε δυο σωρούς, έτοιμους να μεταφερθούν το σιτάρι στο σπίτι και αργότερα στον αλευρόμυλο και το άχυρο στο αχερονάρι. Με αφορμή τη διαδικασία ετούτη άκουσα για πρώτη φορά μιαν πραγματική ιστορία που συνέβη στην ύστερη περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Τότε οι γεωργοί ήταν υποχρεωμένοι να χωρίζουν το σιτάρι τους σε τρεις σωρούς και ο τούρκος εισπράκτορας διάλεγε έναν από τους τρεις. Γι` αυτό κάθε παραγωγός φρόντιζε να είναι και οι τρεις σωροί σχεδόν οι ίδιοι γιατί ο εισπράκτορας θα διάλεγε το μεγαλύτερο. Ένας νέος Κεδαρίτης, αφού ανέμισε το υλικό στο αλώνι, χώρισε το σιτάρι του σε δυο μικρούς σωρούς και ένα μεγάλο. Ο εισπράκτορας, όπως ήταν φυσικό, διάλεξε το μεγάλο, όμως ο νεαρός επαναστάτης του τόνισε: «Διάλεξε ένα από τα δυο γιατί το τρίτο είναι δικό μου». Ο Τούρκος επέμενε και απαιτούσε το μεγάλο, μα ο Κεδαρίτης στράφηκε σε δραστικά, αποτελεσματικά μέτρα. Τον κτύπησε γερά και πήρε όλο το σιτάρι στο σπίτι του. Ο εισπράκτορας άκουσε το νεαρό να του τονίζει να μην τολμήσει να παρουσιαστεί ξανά μπροστά του. Ήξερε βέβαια πως οι θρασείς Τούρκοι φοβούνταν την παλληκαριά. Έτσι έσπασε για πρώτη φορά ο νόμος της δεκάτης. Εκείνη τη στιγμή μια γυναίκα που συμμετείχε στο αλώνισμα θυμήθηκε μιαν άλλη ιστορία που συνέβη την ίδια περίπου περίοδο.

Ένας μάντης (γανωματής) ερχόταν στο χωριό για να γανώσει τ` αντζιά (αγγεία), καβάλα στο γαϊδουράκι του. Τότε συνάντησε δυο Τούρκους μπέηδες. Κατέβηκε από το γαϊδούρι του, έκαμε τεμενά (υπόκλιση) και ευχήθηκε: «Πολλά τα έτη σας αφεντάδεςμου». Ο ένας μπέης καβαλίκεψε στο γαϊδούρι του μάντη και συνέχισαν την πορεία τους. Σε λίγο πέφτει το μαχαίρι, μπορεί κατά λάθος, μπορεί κι εσκεμμένα.

- Δώσε μου το μαχαίρι!
- Μην του το δώσεις!
- Δώσε μου το διαφορετικά θα σε κτυπήσω!
- Αν του το δώσεις θα σε κτυπήσω εγώ!

Ο φτωχός ο μάντης βρέθηκε σε δύσκολη θέση και δεν ήξερε τι να κάνει. Στο τέλος τον σκότωσαν και τον έριξαν σε παρακείμενη χαράδρα κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου. Από τότε η χαράδρα αυτή λέγεται «Αρκάτζιν του Μάντη».

Αχιλλέας Ιωάννου

 

 

Επισκέψεις ...:::

stat tracker for tumblr

©  Κέδαρες / Kedares