.

.

Οικοσελίδα

Κοινοτικό Συμβούλιο
Σύνδεσμος Αποδήμων
Ιστορική Αναδρομή
Εκδηλώσεις

Ημερολόγιο

.

Αρχαιολογικοί Θησαυροί  |   Εκκλησίες   |   Φωτογραφίες   |   Ανακοινώσεις   |  Επικοινωνία

 
Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης Διονύσιος
Από το περιοδικό ''Οι Κέδαρες άλλοτε και σήμερα'' - Τεύχος Δεύτερο, Ιούλιος 2013

 

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση χαιρετίζω την έκδοση του δεύτερου τεύχους του περιοδικού «Οι Κέδαρες άλλοτε και σήμερα», που εκδίδεται εδώ και ένα χρόνο από το Σύνδεσμο Αποδήμων και Φίλων Κεδαριτών. Μαζί με τις ευχές μου για συνέχιση της έκδοσης του περιοδικού, θα ήθελα με την ευκαιρία να εκφράσω τα θερμά μου συγχαρητήρια στους εμπνευστές αυτής της ευγενικής προσπάθειας.

  

    Παρ` όλο ότι από την ηλικία των δέκα τεσσάρων χρονών, ζω μακριά από τη γενέτειρά μου, εντούτοις πάντοτε θυμάμαι και νοσταλγώ τις παιδικές και εφηβικές στιγμές της ζωής μου. Θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια ως μαθητής στο Δημοτικό Σχολείο, τους καλούς μου δασκάλους και όλους τους συμμαθητές μου. Ιδιαίτερα θυμάμαι τον καλό μου δάσκαλο Γιάγκο Κακουλλή, που με επηρέασε πολύ να αγαπήσω την Εκκλησία και να ακολουθήσω τη μοναχική ζωή. Ποτέ δεν ξεχνώ την τελική εκδρομή του Δημοτικού Σχολείου Κεδάρων, τον Ιούνιο του 1951, στις Μονές Τροοδιτίσσης, Κύκκου και Χρυσορροϊατίσσης. Στη Μονή Χρυσορροϊατίσσης ο Κακουλλής με σύστησε στον τότε Ηγούμενο Επιφάνιο ως άριστο μαθητή και καλλίφωνο. Ο Ηγούμενος μας δέχθηκε στο Συνοδικό και ο δάσκαλός μου μου είπε να ψάλλω ένα τροπάριο. Θυμάμαι ότι έψαλλα το απολυτίκιο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας…». Μετά που τελείωσα ο Ηγούμενος με συνεχάρη και είπε στο δάσκαλό μου να με φέρουν, ως δόκιμο, στη Μονή. Πέρασαν έκτοτε είκοσι επτά χρόνια και η Παναγία με δέχτηκε στη Μονή στα σαράντα μου, ως Ηγούμενο.

 

   Σήμερα, στα εβδομήντα πέντε μου χρόνια αναπολώ τους παιδικούς μου φίλους, με τους οποίους παίζαμε μαζί και βόσκαμε τα γαϊδούρια και τις αγελάδες στον Γούναρο και τον Κοτζινόκαμπο. Αναπολώ ακόμη τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό στους δύο ιερούς ναούς του χωριού μου, στους οποίους ψάλτης ήταν ο πατέρας μου Ευστάθιος και όπου, επειδή είχε πρόβλημα με την όρασή του, του κανοναρχούσα. Ιδιαίτερα θυμάμαι τις νύχτες του Πάσχα, που με πολλή αγωνία περιμέναμε όλα τα παιδιά. Ιδιαίτερα αναμέναμε το τέλος της Θείας Λειτουργίας για να ευλογήσει ο ιερέας τις φλαούνες και τα αυγά, να τα τσουγκρίσουμε μεταξύ μας και να φάμε τη φλαούνα.

 

   Είναι νωπές ακόμη στη μνήμη μου οι αξέχαστες μέρες του τρυγητού, που για ένα ολόκληρο μήνα από τις αυγινές ώρες, όλοι οι Κεδαρίτες, μεγάλοι και μικροί, ασχολούνταν με τη συγκομιδή των σταφυλιών και την παραγωγή σταφίδας. Αυτό που δεν ξεχνώ ήταν η αγάπη, η κατανόηση, η συνεργασία και η αλληλεγγύη που υπήρχε μεταξύ των συγχωριανών μας. Στις σημερινές συζητήσεις μου με φίλους και γνωστούς μου, πάντοτε αναφέρομαι στις Κέδαρες ως τη μοναδική πρότυπο κοινότητα της Κύπρου. Παρ’ όλο ότι εξασκούσαν αρκετοί το ίδιο επάγγελμα ουδέποτε καυγάδιζαν ή μισούσε ο ένας τον άλλο. Ο πατέρας μου ήταν τσαγκάρης, ο μοναδικός στην περιοχή. Εξυπηρετούσε τις Κέδαρες, το Πραιτώρι, τη Φιλούσα, το Κιδάσι, το Πραστειό, την Τραχυπέδουλα, τη Γεροβάσα, το Μούσερε, τη Δορά και την Αρχιμανδρίτα. Υπήρχαν, επίσης, τρεις σκαρπάρηδες, τρεις χασάπηδες, δέκα κτίστες, άλλοι τόσοι βοηθοί, δύο παρπέρηδες, δύο πελεκάνοι, πέντε καφετζήδες, δύο βιολάρηδες, δύο λαουτάρηδες -και οι τέσσερις αδελφοί, υιοί του Δημήτρη Βιολάρη-, δύο ράφτηδες, τρείς κτηνοτρόφοι, περβολάρηδες και άλλοι, που όλοι μαζί αποτελούσαν μια κοινότητα που τα είχε όλα.

 

   Με αυτές τις σκέψεις κλείνω το χαιρετισμό μου, ευχόμενος ο Χριστός, με τις πρεσβείες της Παναγίας Χρυσορροϊατίσσης, του Τιμίου Προδρόμου και του Αγίου Αντωνίου, να χαρίζει σε όλους υγεία, χαρά, ειρήνη και κάθε άλλο καλό.

 

Στις 6 Οκτωβρίου 1961, ο Διάκονος Διονύσιος ανεχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου ενεγράφη στη
Θεολογική Σχολή Χάλκης.

 

Ηγουμένου Χρυσορροϊατίσσης Διονυσίου:

σύντομη βιογραφία

                   

   Ο Ηγούμενος Χρυσσοροϊατίσσης Διονύσιος γεννήθηκε στις Κέδαρες Πάφου την 26η Οκτωβρίου 1938, από τον Ευστάθιο Παπαχριστοφόρου και τη Δέσποινα Στυλιανού, γονείς που διακρίνοντο για την ευσέβεια και τη φιλοπατρία τους - ο πατέρας είχε ήδη πολεμήσει ως εθελοντής στους Βαλκανικούς Πολέμους. Αδέλφια του ήσαν οι Δούκισσα, Γρηγόριος, Χρύσανθος, Ειρήνη και Ιφιγένεια. Τα πρώτα γράμματα διδάχθηκε στο Δημοτικό Σχολείο Κεδάρων. Μετά την αποφοίτησή του από το Δημοτικό, και συγκεκριμένα στις 16 Σεμπτεμβρίου 1952, προσελήφθη ως δόκιμος στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου, από τον Μητροπολίτη Πάφου Φώτιο. Το 1952 εισήχθη, ως υπότροφος της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου, στο Ελληνικό Γυμνάσιο Πάφου. Το 1954, εξαιτίας των γεγονότων που συνέβησαν στην Πάφο, λόγω της στέψης της Βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας Ελισάβετ, η τότε αγγλική διοίκηση ήρε την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος του Γυμνασιάρχη του Ελληνικού Γυμνασίου, Παύλου Παυλίδη.  Η Ιερά Μητρόπολη Πάφου, σ’ ένδειξη συμπαράστασης στο έργο του Γυμνασιάρχη Παυλίδη, διέκοψε τη φοίτηση του νεαρού δοκίμου της στο Ελληνικό Γυμνάσιο και τον ενέγραψε στο Λιασίδειο Γυμνάσιο Πάφου, από το οποίο αυτός απεφοίτησε το 1958.

 

   Στις 15 Ιανουαρίου 1956, ο μέχρι τότε Δημήτρης ή Δημητράκης χειροτονήθηκε σε Διάκονο με όνομα Διονύσιος, από το Μητροπολίτη Πάφου Φώτιο, για να υπηρετήσει ως Διάκονός του. Μετά την αποστολή απειλητικής επιστολής από την ΕΟΚΑ προς τον Μητροπολίτη Φώτιο και τη φυγή του από την Κύπρο, ο Διάκονος Διονύσιος διορίσθηκε στον Ιερό Ναό Παναγίας Θεοσκέπαστης στην Κάτω Πάφο, όπου παρέμεινε για τρεις μήνες. Στη συνέχεια, από το Μάιο του 1956 μέχρι τον Ιούλιο του 1959, διορίσθηκε στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής στη Γεροσκήπου. Με την ενθρόνιση του νέου Μητροπολίτη Πάφου Γενναδίου, όλοι οι μέχρι τότε υπάλληλοι της Μητρόπολης απελύθησαν, εκτός του Διακόνου Διονυσίου και του λογιστή της Μητρόπολης Νίκου Βασιλειάδη. Για την παραμονή των δύο στις θέσεις τους βοήθησε πολύ το ΕΔΜΑ που πεισματικά επέμεινε να μην απολυθούν. Στη συνέχεια, τον Ιούλιο του 1959, ο Διάκονος Διονύσιος διορίσθηκε, από το νέο Μητροπολίτη, Γραμματέας της Μητρόπολης και Διάκονος του Μητροπολίτη. Στο διάστημα αυτό (1959-1961), υπηρετούσε και στον Ιερό Ναό Αγίου Κενδέα στην Πάφο.

 

   Κατά τη διάρκεια του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ (1955 - 1959), ο τότε Διάκονος Διονύσιος εντάχθηκε στις τάξεις της οργάνωσης με το ψευδώνυμο «Θάνος». Ως υπεύθυνος των Θρησκευτικών Ορθοδόξων Ιδρυμάτων, με εντολή του Διγενή, ίδρυσε σε ολόκληρη την Πάφο σαράντα πέντε Θρησκευτικά Ορθόδοξα Ιδρύματα. Ταυτόχρονα κτυπούσε σε στένσιλς στη Γραφομηχανή για τον πολυγράφο, το «Εγερτήριο Σάλπισμα», που ήταν το επίσημο όργανο της Αλκίμου Νεολαίας ΕΟΚΑ. Ήταν, επίσης, σύνδεσμος για τη μεταφορά επιστολών του Τομεάρχη της ΕΟΚΑ προς τον υπεύθυνο της ΕΟΚΑ Γεροσκήπου Μόδεστο Παπαλλά. Τις επιστολές μετέφεραν στο σπίτι κάποιας Μαρίας, που έμενε απέναντι από τη Μητρόπολη, η Μαρία Βαρνάβα και η θετή κόρη της Ριάνα Καρυολαίμου.

 

   Στις 15 Μαΐου 1956, μετά από ρίψη χειροβομβίδας στην περιοχή του ξενοδοχείου «Νέος Όλυμπος» στην Πάφο, ο π. Διονύσιος συνελήφθη από Τούρκο επικουρικό αστυνομικό. Αυτός τον οδήγησε στο Σταθμό των Τούρκων Επικουρικών της Πάφου, έδρα του οποίου ήταν το κτήριο του Ευθυβουλή, στην περιοχή της οικίας του Επάρχου Πάφου. Μετά από βασανιστήρια τεσσάρων ωρών, στην παρουσία και του Άγγλου Διοικητή του Σταθμού, ο νεαρός Διάκονος εκρατήθη για ένα εικοσιτετράωρο, ως ύποπτος για τη ρίψη της χειροβομβίδας στο ξενοδοχείο. Έπειτα από τη συμπλήρωση των ανακρίσεων και την αθωότητα του π. Διονυσίου, ο τότε Ουαλός Αστυνόμος Πάφου τον κάλεσε στο γραφείο του και απολογήθηκε, ζητώντας μάλιστα και συγγνώμη. Ο π. Διονύσιος μετά την αποφυλάκιση του, για ένα μήνα, κυκλοφορούσε με δεκανίκια, μια και οι Τούρκοι επικουρικοί τον είχαν κτυπήσει με γκλομπς στα πέλματα των ποδιών.

 

   Τον Ιούνιο του 1958, μετά από εντολή του Τομεάρχη της ΕΟΚΑ Πάφου, Τεύκρου Λοΐζου, που είχε το ψευδώνυμο «Νταλίπης», ανετέθη στον π. Διονύσιο η εντολή του σχηματισμού ομάδας της Οργάνωσης στις Κέδαρες. Με πρωτοβουλία του κάλεσε στη Μητρόπολη το μετέπειτα, από αδελφότεκνο, συμπέθερό του Χρήστο Ζορπά, τον όρκισε και του έδωσε το ψευδώνυμο «Λίνος». Η ομάδα του Ζορπά φιλοξένησε, για ένα περίπου εικοσαήμερο, τους αντάρτες της ΕΟΚΑ, που με επιτυχία έστησαν ενέδρα στις 2 Νοεμβρίου 1958 στην περιοχή του Αγίου Αντωνίου στις Κέδαρες. Με τη λήξη του αγώνα της ΕΟΚΑ, το Φεβρουάριο του 1959, όλη η ομάδα είχε μια συνάντηση γνωριμίας - μέχρι τότε αλληλογραφούσαν με ψευδώνυμα-, στο σπίτι του Κατσαμπή στο Αναβαργός. Αξιοσημείωτο είναι ότι κανένας από την ομάδα του π. Διονυσίου δεν είχε συλληφθεί και έτσι όλοι τους εμπίπτουν στην κατηγορία των «Μη Συλληφθέντων Αγωνιστών».

 

   Στις 6 Οκτωβρίου 1961, ο Διάκονος Διονύσιος ανεχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, όπου ενεγράφη στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, μετά από συστατική επιστολή του τότε Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄. Από τη Σχολή αυτή απεφοίτησε τον Ιούνιο του 1965. Με την αποφοίτησή του από τη Σχολή έλαβε τον τίτλο του «Διδασκάλου της Ορθοδόξου Χριστιανικής Θεολογίας». Στο τέλος του τετάρτου έτους υπέβαλε εναίσιμη επί πτυχίω διατριβή με τίτλο «Η Εκκλησία Αντιοχείας. Ίδρυσις και δράσις αυτής μέχρι της Αποστολικής Συνόδου (36-49 μ.χ.)». Η διατριβή αυτή δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στο περιοδικό «Απόστολος Βαρνάβας», σε τεύχη των τόμων από Λ´ μέχρι ΛΣΤ´. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Σχολή, εκτός από το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδος της Σχολής, στο οποίο ιερουργούσε ως διάκονος στη σειρά του, τις άλλες Κυριακές και γιορτές μετέβαινε, με άλλους διακόνους και ιερείς φοιτητές, σε ενορίες της Κωνσταντινούπολης. Την εποχή εκείνη ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη εκατό είκοσι χιλιάδες Έλληνες. Τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνεια λειτουργούσε πάντοτε στην Παναγία του Πέραν, όπου Αρχιερατικός Προϊστάμενος ήταν ο Πρωτοσύγκελλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μητροπολίτης Σελευκείας Αιμιλιανός. Μετά τα γεγονότα των Χριστουγέννων του 1963 στην Κύπρο, ο Μητροπολίτης Αιμιλιανός ήταν ο πρώτος που απελάθηκε από την Κωνσταντινούπολη. Η τελευταία Θεία Λειτουργία του Διακόνου Διονυσίου στην Παναγία του Πέραν ήταν τα Θεοφάνεια του 1964. Με την επιστροφή του στη Σχολή, ο Σχολάρχης, Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Μάξιμος, τον κάλεσε στο γραφείο του και του απαγόρευσε τη μετάβασή του ξανά στην Κωνσταντινούπολη. Ο π. Διονύσιος, κατά τη διάρκεια των θεολογικών του σπουδών και για τρία χρόνια, παρηκολούθησε και μαθήματα της τουρκικής γλώσσας, που ήταν υποχρεωτικά για όλους τους μη Τούρκους υπήκοους. Σύμφωνα με την τουρκική νομοθεσία, όλοι οι μη Τούρκοι υπήκοοι φοιτητές, για να είχαν το δικαίωμα να παρακαθήσουν στις εξετάσεις των θεολογικών μαθημάτων, θα έπρεπε να είχαν επιτύχει στις εξετάσεις της τουρκικής γλώσσας.

 

   Τον Ιούλιο του 1965 επέστρεψε στην Κύπρο και προσελήφθη και πάλι στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου, αυτή τη φορά ως Ιεροκήρυκας και Γραμματέας της Μητρόπολης. Στις 10 Οκτωβρίου 1967, μετά από σύσταση και εγγύηση του Μητροπολίτη Πάφου Γενναδίου, ότι μετά τις σπουδές του θα επέστρεφε για να εργασθεί για την Εκκλησία Κύπρου, του παραχωρήθηκε νέα υποτροφία από τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ΄ και ανεχώρησε για σπουδές στη Ρώμη. Στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια των τετραετών σπουδών του, σπούδασε Συντήρηση Εικόνων στο Instituto Centrale del Restauro και συντήρηση χειρογράφων και παλαιών εντύπων κειμένων στο Instituto Di Patologia Del Libro «Alfonso Gallο».

 

   Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Ρώμη παρακολούθησε και Βιβλιοθηκονομία στη διεθνούς φήμης Σχολή Βιβλιοθηκονομίας του Βατικανού. Στη Σχολή αυτή οι φοιτητές ήσαν υποχρεωμένοι να υποβάλουν και διατριβή βιβλιογραφικού περιεχομένου, στην ιταλική γλώσσα. Στον Ηγούμενο Διονύσιο ανετέθη το θέμα: «Libri stampati nel ΧVI secolo cochernenti la storia di Cipro sotto i Templari, Lusignani, Genovesi e Venetiani». Ύστερα από την υποστήριξη της διατριβής αυτής, ο π. Διονύσιος, σε νέες έρευνές του στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού και την Εθνική Βιβλιοθήκη της Ρώμης, ανεκάλυψε νέα βιβλία, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει ένα Συμπλήρωμα είκοσι σελίδων με νέα βιβλία. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο πήγε στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών προκειμένου η εργασία του αυτή να δημοσιευθεί. Ο Διευθυντής του Κέντρου τον ρώτησε εκτός του πτυχίου Βιβλιοθηκονομίας τι άλλο πτυχίο είχε. Όταν αυτός του απάντησε ότι είχε και πτυχίο Θεολογίας ο Διευθυντής τού είπε περιφρονητικά: «Λοαρκάζεις και τη Θεολογία για επιστήμη»; και απέρριψε τη δημοσίευση της πιο πάνω εργασίας. Με την τουρκική εισβολή και την κατάληψη της Μονής του Αγίου Σπυρίδωνα στην Τρεμετουσιά από τους Τούρκους το 1974, τόσο η διατριβή όσο και το Συμπλήρωμα παρέμειναν εκεί. Αργότερα ο π. Διονύσιος ζήτησε και πήρε από τη Σχολή Βιβλιοθηκονομίας αντίγραφο της διατριβής του, το Συμπλήρωμα όμως δυστυχώς είχε χαθεί.

 

   Το καλοκαίρι του 1971, όταν επέστρεψε στην Κύπρο μετά το πέρας των σπουδών του, ο Μητροπολίτης Πάφου Γεννάδιος τον χειροτόνησε Πρεσβύτερο και τον προεχείρισε σε Αρχιμανδρίτη, ο δε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ τού ανέθεσε τη διεύθυνση του Κέντρου Συντήρησης Εικόνων και Χειρογράφων που ιδρύθηκε στην ιστορική Μονή του Αγίου Σπυρίδωνα στην Τρεμετουσιά. Σκοπός του Κέντρου ήταν η κατά τρόπο επιστημονικό συντήρηση και διαφύλαξη του αρχαιολογικού και καλλιτεχνικού θησαυρού της Εκκλησίας, καθώς και η προβολή τούτου τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Στο Κέντρο λειτουργούσε Αρχείο Εικόνων, Ιερών Σκευών και Αντικειμένων, Εργαστήρι Συντήρησης Εικόνων, Εργαστήρι Συντήρησης Χειρογράφων και Εντύπων Κειμένων, βιβλιοδετείο και πλήρες φωτογραφείο. Ο π. Διονύσιος κάθε Τρίτη και Πέμπτη εξορμούσε στην ύπαιθρο για την καταγραφή όλων των ανωτέρω. Στα τρία χρόνια της λειτουργίας του Κέντρου είχαν καταγραφεί γύρω στις δέκα χιλιάδες εικόνες και ιερά σκεύη και αντικείμενα, κυρίως από τις κατεχόμενες σήμερα κοινότητες της Κύπρου. Ο π. Διονύσιος παρέμεινε στη Μονή μέχρι τις 14 Αυγούστου 1974, οπότε διετάχθη η εκκένωση της Τρεμετουσιάς.

 

   Μετά τη φυγή του από την Τρεμετουσιά, ο Αρχιμ. Διονύσιος φιλοξενήθηκε για τέσσερα χρόνια στην Ιερά, Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Αγίου Νεοφύτου. Στη Μονή αυτή είχαν μεταφερθεί για προστασία και όλοι οι θησαυροί της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, που τέθηκαν κάτω από την ευθύνη του. Με τη βοήθεια του τότε Ηγουμένου της Μονής, νυν Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου Β´, οργάνωσε μικρό εργαστήρι συντήρησης και συντήρησε όλες τις εικόνες που σήμερα βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο του Πολιτιστικού Ιδρύματος «Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ´». Από τον Απρίλιο του 1975 μέχρι το Δεκέμβριο του 1979, ο Αρχιμ. Διονύσιος διετέλεσε Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας Κύπρου. Παράλληλα με τις πιο πάνω δραστηριότητες, κατά την περίοδο 1976-1979, δίδαξε Ιστορία και Παθολογία του Βιβλίου στο Τμήμα Αρχειακού - Βιβλιογραφικού Υλικού, που λειτουργούσε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου. Τον Οκτώβριο του 1976 ανέλαβε ως Πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου, θέση την οποία κατείχε μέχρι το 2010 που διελύθηκαν τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια. Στον π. Διονύσιο ανατέθηκε πάλι η προεδρία του νεοσυσταθέντος Συμβουλίου Πνευματικής Λύσεως του Γάμου.

 

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1978 ο Αρχιμ. Διονύσιος εξελέγη Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Χρυσορροϊατίσσης, θέση την οποία κατέχει μέχρι σήμερα. Την εκλογή του επληροφορήθη από το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου την επομένη, στις 9 π.μ. της Κυριακής, μετά τη Θεία Λειτουαργία, στη γενέτειρά του Κέδαρες. Στη Μονή, με πρωτοβουλία δική του και με χορηγία του Ιδρύματος «Αναστάσιος Γ. Λεβέντης», λειτουργεί Εικονοσκευοφυλάκιο από τον Ιούνιο του 2001. Σε αυτό εκτίθενται όλοι οι θησαυροί της Μονής, που αρχίζουν από το δωδέκατο και φτάνουν μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Από το 2010 λειτουργεί στη Μονή Συνεδριακό Κέντρο και Πινακοθήκη. Στην Πινακοθήκη εκτίθενται συνολικά πενήντα εννέα έργα Κυπρίων και ξένων ζωγράφων, τα οποία αγοράσθηκαν από τον Ηγούμενο Διονύσιο κατά την περίοδο 1978-2012. Από τον Οκτώβρη του 2010 λειτουργεί, επίσης, Κέντρο Εικονολογίας, που σκοπό έχει την ανάδειξη της θεολογίας και, κατ’ επέκταση, της ανθρωπολογίας, της κοινωνιολογίας και της κοσμολογίας της Ορθόδοξης Εικονογραφίας. Σ’ αυτή την προσπάθεια ήλθε πρόθυμα και πάλι αρωγός το Ίδρυμα «Αναστάσιος Γ. Λεβέντης», τόσο με την κατάλληλη διαρρύθμιση του ισογείου της Μονής, για τη δημιουργία εξειδικευμένης βιβλιοθήκης, όσο και με την εξεύρεση και αγορά των σχετικών βιβλίων και του κατάλληλου μηχανικού εξοπλισμού. Επίσημο όργανο του Κέντρου  Εικονολογίας είναι το περιοδικό «Εικονοστάσιον».

 

   Από τον Οκτώβριο του 2010 είναι ανοιχτή για το κοινό και η «Αίθουσα Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄». Όπως ο ίδιος έγραψε στο Βιβλίο Επισκεπτών της Μονής, στις 27 Σεπτεμβρίου 1948, ως Μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος, οι συχνές επισκέψεις του στη Μονή, ως μαθητής τότε του Δημοτικού Σχολείου Παναγιάς, του ενέπνευσαν τον ακράτητο πόθο και την αγάπη προς το μοναχικό βίο, τον οποίο και ακολούθησε αμέσως μετά την αποφοίτηση του από το Δημοτικό Σχολείο Παναγιάς. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι μεγάλη ήταν και η προσφορά του στην αναστήλωση της Μονής μετά τους σεισμούς του Σεπτεμβρίου του 1953 και την πυρκαϊά του Οκτωβρίου του 1967.

 

Τέλος, το 1984, ο Ηγούμενος Διονύσιος επαναλειτούργησε το παλιό Οινοποιείο της Μονής, που είχε διακόψει τις εργασίες του μετά τα Οκτωβριανά γεγονότα του 1931. Το 1988 το Οινοποιείο της Μονής, γνωστό τότε ως «Οινοποιείο Ρογιά», έλαβε μέρος σε διεθνή διαγωνισμό κρασιών στη Λουμπλιάνα της Σλοβενίας. Στο διαγωνισμό αυτό συμμετείχαν συνολικά τριάντα πέντε χώρες με ισάριθμους γευστολόγους. Στο διαγωνισμό αυτό το λευκό κρασί «Άγιος Ανδρόνικος» πήρε χρυσό μετάλλιο και το ροζέ «Αγία Μαράνα» αργυρό μετάλλιο.

 

   Ο Ηγούμενος Διονύσιος συμμετέσχε σε αποστολές εκπροσώπησης της Εκκλησίας Κύπρου στο εξωτερικό. Δημοσίευσε μελέτες και άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες. Από τον Ιούλιο του 2011 είναι συνεργάτης του Δελτίου Κηρυγμάτων της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου, που κυκλοφορεί κάθε μήνα, γράφοντας σ’ αυτό ένα κήρυγμα.

 

 

Επισκέψεις ...:::

stat tracker for tumblr

©  Κέδαρες / Kedares