.

.

Οικοσελίδα

Κοινοτικό Συμβούλιο
Σύνδεσμος Αποδήμων
Ιστορική Αναδρομή
Εκδηλώσεις

Ημερολόγιο

.

Αρχαιολογικοί Θησαυροί  |   Εκκλησίες   |   Φωτογραφίες   |   Ανακοινώσεις   |  Επικοινωνία

 

Ο τυφλός Παναγιώτης και οι... απαιτήσεις του
Από το περιοδικό ''Οι Κέδαρες άλλοτε και σήμερα'' Ιούλιος 2015.
Αντιγόνης Χριστοδουλίδου

 
Πριν από πολλά χρόνια ζούσε στο χωριό μας ένας άντρας που ποτέ δεν είχε αντικρίσει το φως του ήλιου. Ονομαζόταν Παναγιώτης Αντωνίου και ήταν εκ γενετής τυφλός. Η αναπηρία του όμως αυτή καθόλου δεν τον εμπόδιζε από το να κυκλοφορεί άνετα μέσα στο χωριό. Είχε τόσο ανεπτυγμένες τις άλλες αισθήσεις που μπορούσε να πηγαίνει όπου ήθελε και να κάνει ό,τι επιθυμούσε η ψυχή του χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα. Κρατώντας μια στιβαρή βέργα που ήταν σιδερένια στο κάτω μέρος, με αποτέλεσμα να κάνει δυνατό θόρυβο καθώς ακουμπούσε τα τσιακίλια που ήταν τότε καλυμμένοι οι δρόμοι, γύριζε το χωριό απ` άκρη σ` άκρη. Είχε τη δυνατότητα να επισκέπτεται όποιο σπίτι ή όποιο χωράφι ήθελε χωρίς τη βοήθεια κανενός. Επίσης, από τη φωνή και μόνο καταλάβαινε αμέσως ποιον είχε απέναντί του. Άλλοτε τον έβλεπες μ` ένα μεγάλο κουβά στον ώμο να κουβαλάει νερό από τη βρύση για κάποιαν οικοκυρά που του το είχε ζητήσει, άλλοτε ν` ανεβαίνει στα πιο ψηλά κυπαρίσσια για να τα καθαρίσει από τους περιττούς κλώνους κι άλλοτε να απασχολεί μικρά παιδιά που οι γονείς τους απουσίαζαν σε αγροτικές δουλειές. Γι` αντάλλαγμα του πρόσφεραν ένα πιάτο φαγητό ή κανένα καφέ με παξιμάδι.
 
Για κάποια χρονική περίοδο αποφάσισε να κάνει εμπόριο. Κρεμούσε με σχοινί από το σβέρκο του ένα μικρό κασόνι που είχε μέσα γλειφιτζούρια, κουφέτες, σοκολατάκια και ό,τι άλλο ήξερε πως αρέσει στα μικρά παιδιά και άραζε τ` απογεύματα εκεί στην πλατεία του χωριού προσπαθώντας να τα πουλήσει και να κερδίσει μερικά χρήματα.

Το κτύπημα της καμπάνας ήταν κάτι που τον ενθουσίαζε. Είτε Κυριακή είτε γιορτή, την καθορισμένη ώρα ο Παναγιώτης βρισκότανε εκεί, πανέτοιμος σαν τον Κουασιμόδο να κτυπήσει την καμπάνα. Σκαρφάλωνε στον τοίχο κι έπιανε γερά στα χέρια του την άκρη του σχοινιού που ήταν δεμένη στα σίδερα του παραθύρου. Πατούσε με δύναμη τα πόδια του στο έδαφος, άφηνε το κορμί του ν` ανεβαίνει ψηλά λες και ήθελε να πετάξει και ξαναπατούσε στο χώμα με φόρα κάνοντας την τεράστια καμπάνα ν` αφήνει ένα δυνατό ήχο που ακουγότανε μέχρι τα γύρω χωριά. Αλί και τρισαλί σ` αυτόν που θα δοκίμαζε να του πάρει το σχοινί από το χέρι. Έκανε ολόκληρο καυγά.

 

  Ο Παναγιώτης Αντωνίου1939

Μια φορά ανέλαβε ν` ανοίξει ένα βαθύ πηγάδι. Είχε σχεδόν τελειώσει αλλά ο ιδιοκτήτης τού ζήτησε να το προχωρήσει λίγο ακόμη, μέχρι να βρούνε νερό και ο Παναγιώτης υπάκουσε κι ετοιμάστηκε να κατέβη και να συνεχίσει το έργο του. Είχε φτάσει μέχρι τη μέση περίπου και τότε σταμάτησε απότομα, με τα πόδια ανοιχτά να πατάνε στις δυο απέναντι πλευρές του λάκκου. Τέντωσε τ` αφτιά του, αφουγκράστηκε για μερικά δευτερόλεπτα κι αμέσως μετά ανέβηκε στην επιφάνεια.
«Σήμερα εν θα δουλέψω…» τους δήλωσε με σιγουριά.
«Για ποιο λόγο;»
«Μέσα στο λάκκο έσιει κουφή…»
«Τζιαι που είδες εσού την κουφή, μωρέ Παναγιώτη, τυφλός άνθρωπος που είσαι;» επέμενε ο ιδιοκτήτης.
«Εν τη είδα κουμπάρε, άκουσά την που ετάραξε...» αντέτεινε εκείνος με σοβαρό ύφος κι ο άλλος γέλασε ειρωνικά γιατί πίστεψε πως η τεμπελιά ήταν ο λόγος που ο τυφλός δεν ήθελε να δουλέψει.

Μερικοί άντρες που άκουσαν τη συνομιλία τους μαζεύτηκαν τριγύρω, περίεργοι να δουν τι συνέβαινε. Με τη χρήση φαναριών έλεγξαν προσεκτικά τον πυθμένα του λάκκου και τότε διαπίστωσαν πως ο Παναγιώτης είχε απόλυτο δίκαιο. Μια μεγάλη έχιδνα βρισκότανε κουλουριασμένη στο βάθος του λάκκου. Την σκότωσαν και μόνο τότε πείστηκε εκείνος να συνεχίσει τη δουλειά του.

Ήταν Αύγουστος όταν τα δύο αδέρφια Αχιλλέας και Γιάννος Παπουής σκέφτηκαν να διοργανώσουν μιαν εκδρομή για τον Απόστολο Αντρέα. Επειδή η απόσταση ήταν πολύ μακρινή αποφάσισαν να διανυχτερέψουν το βράδυ στη Μονή του Αγίου και να επιστρέψουν την επόμενη μέρα. Αρκετοί ήταν οι χωριανοί που δήλωσαν συμμετοχή. Μεταξύ αυτών κι ο Παναγιώτης, που τους έθεσε κι έναν όρο:
«Θέλω να κάτσω πρώτη θέση, δίπλα στον οδηγό…»
«Τζιαι ποιος ο λόγος, Παναγιώτη;»
«Για να μου περιγράφει τα μέρη απ` όπου θα περνούμε…» αποκρίθηκε με σοβαρό ύφος και τα δυο αδέρφια αλληλοκοιτάχτηκαν για μερικά δευτερόλεπτα. Βρήκαν παράλογο το αίτημά του και το απόρριψαν αμέσως. Εκείνος όμως ήταν επίμονος.
«Αν δεν με αφήσετε να κάτσω πρώτη θέση, δίπλα στον οδηγό, εν θα έρτω μαζί σας τζιαι εν να `σιετε το κρίμα μου …» τους τόνισε με πείσμα κάνοντάς τους να σωπάσουν.
«Μα εν σωστά πράματα τούτα;» είπε αργότερα ο Γιάννος στον αδερφό του όταν βρέθηκαν μόνοι. «Να βάλομε πρώτη θέση έναν τυφλό; Αφού εν θωρεί ποιος ο λόγος να κάτσει μπροστά;»
«Εσού πέτου εντάξει τζι` άφησ` τη δουλειά πάνω μου…» καθησύχασε ο Αχιλλής τον Γιάννο.
«Δηλαδή;»
«Θα κάμω ένα κόλπο για να μην τον κακοκαρδίσομε. Όταν πηαίνομε θα οδηγάς εσού αλλά θα του το κρύψομε. Εγιώ θα κάθομαι στο τελευταίο κάθισμα με τον Παναγιώτη δίπλα μου τζιαι θα προσποιούμε ότι οδηγώ. Θ` ακούει όλους τους άλλους να μιλούν μπροστά μας τζιαι θα νομίζει πως κάθονται πίσω μας. Έτσι θα πιστέψει ότι του κάναμε το χατίρι τζιαι θα μείνει ευχαριστημένος…»

Έτσι κι έγινε. Τη συγκεκριμένη μέρα ο Αχιλλής έβαλε τον Παναγιώτη να καθίσει δίπλα του, στο τελευταίο κάθισμα, αφήνοντάς τον να νομίσει πως οδηγούσε. Κι εκείνος, που πρώτη φορά έμπαινε σε λεωφορείο το πίστεψε κι ένιωσε μεγάλη χαρά και ικανοποίηση που εισακούστηκε η επιθυμία του. Και φυσικά κανείς χωριανός δεν πρόδωσε το κόλπο που είχαν κάνει τα δυο αδέρφια.

Σαν έφτασε η ώρα της επιστροφής τον πλησίασε ο Αχιλλής και τον ακούμπησε φιλικά στον ώμο. «Τώρα Παναγιώτη πρέπει να προτείνομε τζιαι στη δασκάλα να κάτσει μπροστά», του ψιθύρισε στ` αφτί. «Εν να μας παρεξηγήσει αν δεν το κάνομε. Εσού ήντα που λαλείς;»
«Εν έσιει πρόβλημα, κουμπάρε Αχιλλή… Με μεγάλη μου χαρά της παραχωρώ τη θέση μου..» συνήνεσε ο Παναγιώτης χωρίς ποτέ να υποψιαστεί πως κι όταν πήγαιναν η δασκάλα ήταν εκείνη που καθότανε μπροστά, δίπλα στον οδηγό.

Υπήρχαν και πολλά παρατράγουδα με τον Παναγιώτη. Μερικοί χωριανοί αρέσκονταν να τον πειράζουν κι αυτός αντιδρούσε και γινότανε έξω φρενών με τη συμπεριφορά τους. Μια φορά κάποιος του συμπεριφέρθηκε κοροϊδευτικά και προσβλητικά και ο τυφλός πληγώθηκε τόσο πολύ που θέλησε να τον εκδικηθεί. Πήγε στο χωράφι όπου γνώριζε πως είχε δεμένο το γαϊδούρι του με σκοπό να
του κόψει την ουρά. Για κακή του όμως τύχη, τη στιγμή εκείνη βρίσκονταν πέντε γαϊδούρια δεμένα στη σειρά κι ο Παναγιώτης που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιο απ` όλα ήταν το δικό αυτού που τον πίκρανε έκοψε και των πέντε την ουρά!

 
 

Επισκέψεις ...:::

stat tracker for tumblr

©  Κέδαρες / Kedares