.

.

Οικοσελίδα

Κοινοτικό Συμβούλιο
Σύνδεσμος Αποδήμων
Ιστορική Αναδρομή
Εκδηλώσεις

Ημερολόγιο

.

Αρχαιολογικοί Θησαυροί  |   Εκκλησίες   |   Φωτογραφίες   |   Ανακοινώσεις   |  Επικοινωνία

 

Θερισμός και αλώνισμα στις Κέδαρες
Από το
περιοδικό ''Οι Κέδαρες άλλοτε και σήμερα'' Ιούλιος 2015.
Αντιγόνης Χριστοδουλίδου

 
Ο θερισμός γινότανε τον Ιούλιο γι’ αυτό κι ο μήνας αυτός ονομάζεται και Θεριστής. Μόλις το έμπειρο μάτι του γεωργού διαπίστωνε πως τα στάχυα ωρίμασαν και πήραν ένα όμορφο χρυσοκίτρινο χρώμα, άντρες, γυναίκες και παιδιά εγκατέλειπαν τα σπίτια τους απ` τα χαράματα και με τα δρεπάνια στα χέρια ξεχύνονταν μέσα στους κάμπους, έτοιμοι να μαζέψουν τον ευλογημένο καρπό. Σκυφτοί όλη μέρα κάτω από τις ψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού, έχοντας καλυμμένα τα κεφάλια τους με καπέλα, μαντήλια και τσεμπέρια δούλευαν αδιάκοπα. Με το αριστερό χέρι μάτσωναν τα στάχυα και με το δεξί τα έκοβαν. Ύστερα τ` ακουμπούσαν προσεκτικά στο έδαφος για να μη σκορπιστεί ο σπόρος κι αφού διάλεγαν έξι, οκτώ στάχυα με μεγάλο μίσχο έδεναν τα υπόλοιπα σε δεμάτια.

Η δουλειά κάτω από τις ψηλές θερμοκρασίες ήταν δύσκολη κι ανυπόφορη, αλλά τα τραγούδια και τ` αστεία ούτε λεπτό δεν στέρευαν από το στόμα τους. Συναγωνίζονταν ποιός να φτάσει πρώτος στην άκρη του χωραφιού. Το μεσημέρι σταματούσαν για λίγο, να πάρουν μιαν ανάσα και να δροσιστούν στη σκιά ενός δέντρου. Καθισμένοι κατάχαμα τρώγανε το παραδοσιακό πιλάφι με πλιγούρι που τους φαινότανε πιο νόστιμο από κάθε άλλη φορά.

 
Με το τέλος του θερισμού φόρτωναν τα δεμάτια στα γαϊδούρια και τα κουβαλούσαν στο αλώνι, ένα κυκλικό, ευάερο και ευήλιο χώρο που ήταν στρωμένος με μεγάλες επίπεδες πλάκες και η έκτασή του δεν ξεπερνούσε τα δέκα με δώδεκα μέτρα. Εκεί λοιπόν στα «καλοσάρωτα και ξεχορταριασμένα αλώνια», όπως λέει στο σχετικό ποίημά του ο Γεώργιος Δροσίνης, έλυναν τα δεμάτια, τα σκορπούσαν σε όλη την επιφάνεια του αλωνιού κι ο αλωνευτής άρχιζε αμέσως δουλειά. Καθισμένος σε μια καρέκλα που τοποθετούσε πάνω στη βουκάνη, (δυο μακρόστενες ξύλινες λωρίδες ενωμένες πολύ γερά μεταξύ τους που είχαν «αθκιακόπετρες» στο κάτω μέρος, δηλαδή μικρές κοφτερές πέτρες για να θρυμματίζουν τα στάχυα), οδηγούσε το ζεμένο γαϊδούρι ή βόδι του να κάνει συνεχείς κύκλους πάνω στα στοιβαγμένα στάχυα μέχρι που να μετατραπούν σε μικρά κομματάκια.

Σε χωριά που η παραγωγή των σιτηρών ήταν πολύ μεγαλύτερη χρησιμοποιούσαν δύο ζώα, αντί ένα.


Η βουκάνη

 

 

Τα παιδιά συμμετείχαν στις εργασίες αυτές, αφού τα σχολεία τους ήταν ήδη κλειστά. Μετέφεραν νερό από τη βρύση και περνώντας μπροστά από τους εργαζόμενους τους έδιναν να πιουν και να ρίξουν λίγο στο πρόσωπό τους. Πολύ συχνά κάθονταν και στη βουκάνη πίσω από τον αλωνευτή, πράγμα που το απολάμβαναν με την ψυχή τους. Αναζητούσαν την ευκαιρία να ξεφύγουν από τη προσοχή των μεγάλων και να κάνουν μερικές τούμπες πάνω στα άχυρα, χωρίς καθόλου να τα ενοχλεί που το μάλαμα κολλούσε πάνω στο ιδρωμένο σώμα τους. Με το τέλος της μέρας και πριν επιστρέψουν στα σπίτια τους, ο αλωνευτής αναποδογύριζε τα δεμάτια ώστε να έρθουν τα μεγάλα κομμάτια από πάνω για να θρυμματιστούν την επόμενη μέρα όταν θα ξανάρχιζαν δουλειά.

Για ευνόητους λόγους η κάθε οικογένεια διατηρούσε το δικό της αλώνι. Τα περισσότερα βρίσκονταν στο ίδιο μέρος γι` αυτό και η περιοχή ονομάστηκε «Αλώνια». Η τοποθεσία αυτή βρίσκεται βορειοδυτικά της εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου, κοντά στο σημείο όπου άλλοτε υπήρχε η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Αλώνια υπήρχαν και σε άλλες τοποθεσίες του χωριού, όπως στα «Πεζούλια», στον «Κάμπο» ή τους «Γεραμπέλους» και στο «Κάτω χωριό». Ο θερισμός και το αλώνισμα ήταν εξαιρετικά δύσκολες δουλειές, τόσο για τους ανθρώπους όσο και για τα ζώα. Άλλωστε το έλεγε και το πάρα κάτω τραγουδάκι.

Ο νιος αν δεν εθέριζεν τζι` η γεναίκα αν δεν εγένναν,
τζι` ο βους αν δεν αλώνευκεν, ποττέ του δεν εγέρναν.


Μετά το αλώνισμα ακολουθούσε το λίχνισμα ή ανέμισμα όπως το έλεγαν, δηλαδή το ξεχώρισμα του σιταριού ή κριθαριού από τα άχυρα. Η δουλειά αυτή γινότανε όταν φυσούσε ελαφρό αεράκι. Αν ήταν άπνοια περίμεναν καμιά φορά και τη νύχτα. Με το θερνάκι και το δικράνι πέταγαν ψηλά το υλικό που υπήρχε στο αλώνι. Τα άχυρα, ανάλαφρα καθώς ήταν παρασέρνονταν από τον αέρα λίγο πιο πέρα ενώ ο καρπός έπεφτε μπροστά στα πόδια τους. Με μεγάλα κόσκινα κοσκίνιζαν τότε το σιτάρι, το οποίο έπεφτε πάνω σ’ ένα σεντόνι ενώ στο κόσκινο παρέμεναν οι κόνδυλοι και τυχόν μικρές πέτρες.

Ακολουθούσε το σάκιασμα του καρπού και η μεταφορά του στο σπίτι. Αυτή ήταν η πιο εύκολη κι ευχάριστη δουλειά. Η χαρά και η ικανοποίηση από τη συγκομιδή του σιταριού αποζημίωνε κάθε κούραση και κάθε μόχθο. Τα πιθάρια και τα σακιά γέμιζαν, οι επισκέψεις στους αλευρόμυλους γίνονταν πιο συχνές, ενώ οι φούρνοι μοσχομύριζαν από φρέσκο λαχταριστό ψωμί. Ήταν η εποχή που οι οικοκυρές θα έφτιαχναν το πλιγούρι τους, τα ξεροτήγανα και τα μουστοκούλουρα τους. Τέλος μετάφεραν τα άχυρα στους αχυρώνες. Θα ήταν η τροφή των ζώων κατά τους χειμερινούς μήνες.

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν μια νέα τροπή. Η εξέλιξη του ανθρώπου αντικατέστησε κάθε παραδοσιακό εργαλείο με σύγχρονα μηχανήματα. Οι αλωνιστικές και θεριστικές μηχανές εκτόπισαν τα δρεπάνια, το θερνάκι και τη βουκάνη ενώ τ` αλώνια παρέμειναν εγκαταλειμμένα και γεμάτα χόρτα. Κανένα απ` αυτά δεν θυμίζει τις παλιές καλές μέρες του παρελθόντος!

 
 

Επισκέψεις ...:::

stat tracker for tumblr

©  Κέδαρες / Kedares