.

.

Οικοσελίδα

Κοινοτικό Συμβούλιο
Σύνδεσμος Αποδήμων
Ιστορική Αναδρομή
Εκδηλώσεις

Ημερολόγιο

.

Αρχαιολογικοί Θησαυροί  |   Εκκλησίες   |   Φωτογραφίες   |   Ανακοινώσεις   |  Επικοινωνία

 
 

Εικαστική εκδήλωση, διάλεξη και ανάγνωση ποίησης στις Κέδαρες
Στην αυλή του Δημοτικού Σχολείου Κεδάρων και στο Σπίτι του Δασκάλου
. 27 - 28 Μαΐου 2017

 

           

    Ο ″Σύνδεσμος Αποδήμων Κεδαριτών″ και ο ″Πολιτιστικός Όμιλος Σαλίνα″ διοργάνωσαν στις 27 και 28 Μαΐου 2017 μία πλούσια πολιτιστική εκδήλωση που περιλάμβανε ιστορία, ποίηση, εικαστικά και δεξίωση με παραδοσιακά εδέσματα. Η πολιτιστική αυτή εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στην αυλή του Δημοτικού Σχολείου Κεδάρων και στο Σπίτι του Δασκάλου.

   Η περιπετειώδης ζωή της φεουδάρχισσας των Πάνω και Κάτω Κεδάρων και μητέρας του τελευταίου Φράγκου βασιλιά της Κύπρου, Ιακώβου Β´Lusignan, της Ελληνίδας Μαρίας της Πατρινής, ήταν η κύρια έμπνευση της όλης εκδήλωσης στις Κέδαρες.

  Η  Δρ Νάσα Παταπίου, ιστορικός-ερευνήτρια, παρουσίασε σε διάλεξή της με τίτλο: ″Οι Κέδαρες, η Μαρία η Πατρινή και ο οίκος των Lusignan″ βασισμένη κυρίως σε αρχειακό υλικό τη ζωή και τις περιπέτειες της Μαρίας της Πατρινής, την οποία οι κύπριοι χρονογράφοι αποκαλούν σοφή και ωραία. Ο ζωγράφος Ανδρέας Παρασκευά σε  έξι πίνακές του απεικόνισε σκηνές από τη ζωή της  μητέρας του βασιλιά κα πεθεράς της Αικατερίνης Κορνάρο, εμπνευσμένες  από το παραμύθι: ″Η κουτσομύτα″, το οποίο διάβασε ο ίδιος ενώπιον του κοινού.

      Τέλος, η ποιήτρια Νάσα Παταπίου και ο ποιητής Ανδρέας Χατζηθωμάς διάβασαν ποιήματά τους εμπνευσμένα και αυτά από το πανέμορφο χωριό Κέδαρες.

   Την εκδήλωση παρακολούθησε πλήθος κόσμου, τόσο  Κεδαριτών που κατέφθασαν στο γενέθλιο τόπο τους για την εκδήλωση, αλλά και άλλων οι  οποίοι όχι μόνο άκουσαν νέα στοιχεία για την ιστορία του χωριού τους και απόλαυσαν ποίηση και ζωγραφική εμπνευσμένη  από τις Κέδαρες, αλλά γεύτηκαν επίσης παραδοσιακά εδέσματα, τα οποία με μεγάλη προθυμία ετοίμασαν  Κεδαρίτισσες νοικοκυρές.

           

 

 

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙ     Η Κουτσομύτα

Νάσα Παταπίου

         Κάποτε, πριν τετρακόσια με πεντακόσια χρόνια το νησί της Κύπρου ήταν βασίλειο με βασιλιάδες  που περιστοιχίζονταν από ιππότες, είχαν ωραία άλογα και αγαπούσαν να κυνηγούν στα πλούσια  δάση, έπιναν μεθυστικό κρασί  κουμανταρία και τα ρούχα τους ήταν κεντημένα με χρυσό νήμα της Κύπρου. Στην πρωτεύουσα του νησιού ο βασιλιάς  της Κύπρου είχε ένα ωραίο ανάκτορο  με πλούσιους κήπους  και περιβόλια, δίπλα σ’ ένα ποτάμι που διέσχιζε την πόλη. Ο γιος του βασιλιά,  ο διάδοχος Ιωάννης,  δεν είχε ακόμα νυμφευθεί και πολλές αρχοντοπούλες ονειρεύονταν να τον παντρευτούν και να γίνουν κάποτε βασιλοπούλες.

        Όχι πολύ μακριά από το ανάκτορο, σ’ ένα μάλλον φτωχό και ταπεινό σπίτι, ήρθαν και κατοίκησαν δύο αδέλφια, ο Μάρκος και η Μαρία, που κατάγονταν από την Ελλάδα, από την πόλη της Πάτρας. Ο Μάρκος ήταν ένας νέος έξυπνος και δραστήριος και η Μαρία μια πολύ όμορφη, εργατική και σεμνή κοπέλα. Μα πώς βρέθηκαν αλήθεια εκείνη την εποχή στην Κύπρο; Eίχαν χάσει τους γονείς τους και όπως ήταν ορφανοί δέθηκαν πιο πολύ και ο Μάρκος που ήταν αρκετά τολμηρός πήρε την αδελφούλα του, μπήκαν σ’ένα καράβι με ελάχιστα τρόφιμα και χρήματα μαζί τους και θέλησαν να ταξιδέψουν και  να ζήσουν στην Κύπρο. Είχαν ακούσει για την ομορφιά του νησιού, τα φρούριά του, τα προϊόντα του και ότι  ο βασιλιάς  διόριζε στην Αυλή του έξυπνους και δραστήριους νέους,  που έφθαναν στο βασίλειό του.

        Ο  Μάρκος και η Μαρία αγάπησαν αμέσως το νησί  αυτό στην Ανατολική Μεσόγειο και εγκαταστάθηκαν στη Λευκωσία νοικιάζοντας, όπως ειπώθηκε,  ένα μικρό και ταπεινό  σπιτάκι,  όχι μακριά από το ανάκτορο. Πολύ σύντομα ο βασιλιάς εκτίμησε την εξυπνάδα και την εργατικότητα του Μάρκου και τον διόρισε στην Αυλή του, ενώ ο διάδοχος Ιωάννης βρήκε στο πρόσωπό του έναν πιστό και αγαπημένο φίλο. Μα και η ωραία και σεμνή Μαρία εργοδοτήθηκε  αφού άρχισε να εργάζεται μαζί με άλλες νέες ως υφάντρα και κεντήστρα  στο ανάκτορο. Η ομορφιά όμως της Μαρίας δεν έμεινε απαρατήρητη αφού ο διάδοχος δεν έχανε ευκαιρία και κάθε μέρα περνούσε  από το δωμάτιο στο υπόγειο του ανακτόρου, όπου ύφαιναν ή κεντούσαν οι νέες,  για να τις χαιρετήσει  δήθεν ενώ η έγνοια του ήταν να δει τη Μαρία και να  της εκδηλώσει με χαμόγελο την αγάπη του.

     Δεν πέρασε πολύς καιρός  και η Μαρία κάποιο βράδυ παραδόθηκε σε μια γωνιά του βασιλικού κήπου στην αγκαλιά του Ιωάννη, που έμελλε να γίνει βασιλιάς. Ο διάδοχος με κάθε τρόπο θέλησε η σχέση αυτή να μη γίνει αντιληπτή, μα θες οι υφάντρες, θες οι περίοικοι του παλατιού, διέδωσαν το νέο και στην πρωτεύουσα  όλοι ψιθύριζαν για τον έρωτα του διαδόχου με την Μαρία από την Πάτρα. Μόνο ο αδελφός της Μάρκος δεν είχε αντιληφθεί έως τότε  τη σχέση του διαδόχου με την αδελφή του. Στη συνέχεια όμως η άτυχη Μαρία έμεινε έγκυος  και ο βασιλιάς της έδινε ελπίδες ότι μπορούσε να τη νυμφευθεί αποφεύγοντας να της πει την αλήθεια ότι ήδη είχε μνηστευθεί με μια πριγκίπισσα από την Πελοπόννησο, που κρατούσε από τους Παλαιολόγους του Βυζαντίου και σε λίγο καιρό θα έφθανε στην Κύπρο.

          Λίγο μετά ο βασιλιάς πέθανε και ο διάδοχος Ιωάννης στέφθηκε βασιλιάς της  Κύπρου στην Αγία Σοφία με λαμπρούς εορτασμούς και τελετές, ενώ αναμενόταν και η άφιξη της μνηστής του. Προτού φθάσει η Ελένη στο νησί, έτσι ονομαζόταν η μέλλουσα βασίλισσα,  η Μαρία από την Πάτρα γέννησε ένα αγόρι όμορφο και πολύ γεροδεμένο. Μέσα της δεν έσβησε η ελπίδα ότι μπορεί να γινόταν και βασίλισσα αφού ο βασιλιάς της έδειχνε τόση, μα τόση αγάπη. Όμως η ζωή της Μαρίας θα ακολουθούσε μακρύ και δύσκολο δρόμο.

       Η Ελένη έφθασε,  ο γάμος έγινε, αλλά η Μαρία μπορούσε ν’ αντέχει τα όσα συνέβαιναν γύρω της, γιατί είχε στήριγμα τον αδελφό της και κυρίως το νεογέννητό της ήταν γι’ αυτή πηγή δύναμης αλλά και χαράς. Ο μικρός Ιάκωβος, όπως ονομαζόταν, μεγάλωνε και ο βασιλιάς τον καμάρωνε κρυφά και δεν σταμάτησε να ενισχύει με κάθε τρόπο την ωραία Μαρία, ενώ φαίνεται ότι ο γάμος του δεν τον εμπόδισε  να συνεχίζει να ζει μαζί της ένα κρυφό και μεγάλο έρωτα. Ο Ιάκωβος μεγάλωσε και άρχισε να φοιτά στο ελληνικό σχολείο που λειτουργούσε στον καθεδρικό ναό της  Παναγίας της Οδηγήτριας, στο κέντρο της πόλης. Για να πάει έως εκεί  ο μικρός Ιάκωβος περνούσε έξω από το ανάκτορο και όλο από κάποια γωνιά του δρόμου ακουγόταν ο ψίθυρος :«… Να και το μπάσταρδο του βασιλιά με την Πατρινή».

        Η βασίλισσα γνώριζε τα πάντα και είχε πληροφορηθεί με κάθε λεπτομέρεια για τον κρυφό έρωτα του βασιλιά και για το νόθο παιδί του. Αν και απέκτησε μια θυγατέρα  με το βασιλιά,  την Καρλόττα , και κληρονόμο του θρόνου, ωστόσο υπέφερε από ζήλεια.  Εκτός από δυναμική ήταν και πολύ σκληρή η βασίλισσα Ελένη και δεν άντεχε  να βλέπει το σύζυγό της, που μάταια προσπαθούσε να κρύψει την αγάπη του προς τη Μαρία και προς το μικρό Ιάκωβο,  που απέκτησε μαζί της. Η βασίλισσα  τυφλωμένη  μια μέρα από ζήλεια για να παραμορφώσει  την ωραία Μαρία  ώστε να πάψει ο βασιλιάς να την επιθυμεί,  όρμηξε  και της δάγκωσε με τόση δύναμη τη μύτη  ώστε την απέκοψε. Έκτοτε η δύστυχη Μαρία έγινε γνωστή  όχι πια ως Μαρία η Πατρινή, αλλά ως  Μαρία η Κουτσομύτα, ή σκέτο Κουτσομύτα.

       Τα χρόνια πέρασαν, ο βασιλιάς και η βασίλισσα πέθαναν  και στο θρόνο της  Κύπρου ανέβηκε η  Καρλόττα. Τι κρίμα, όμως, την ημέρα της στέψης,  έξω από την Αγία Σοφία,  στην παρουσία πλήθους κόσμου, αλλά και του αδελφού της Ιάκωβου,  έπεσε το στέμμα από την έφιππη βασίλισσα και αυτό ήταν κακό σημάδι… Ίσως και να έχανε και ολόκληρο το βασίλειο. Ναι, γιατί στη συνέχεια ο Ιάκωβος δυναμικός, φιλόδοξος αλλά και πολυμήχανος, έδιωξε τη νόμιμη βασίλισσα  Καρλόττα από το θρόνο και σχημάτισε μια αυλή με οπαδούς, που τον βοήθησαν να πάρει το στέμμα και αυτός τους χάρισε χωριά και φέουδα, τίτλους και αξιώματα.

      Ο Ιάκωβος, μεταξύ άλλων, είχε και πολλές ερωμένες και είχε ήδη πριν νυμφευθεί τρία νόθα παιδιά με διαφορετικές γυναίκες, δύο αγόρια και ένα κορίτσι, τα οποία μεγάλωνε η μητέρα του η Κουτσομύτα. Ωστόσο, έψαχνε μια νύφη πλούσια  από μια ισχυρή χώρα και αυτή τελικά δεν ήταν άλλη παρά η  αρχοντοπούλα Βενετσιάνα Κατερίνα Κορνάρο,  και η πατρίδα της η νερένια πολιτεία, η Βενετία. Οι Βενετοί όμως είχαν καταστρώσει σχέδιο πώς θα κατόρθωναν με αυτό το γάμο να βγάλουν από τη μέση τον βασιλιά και να περάσουν στα χέρια τους την Κύπρο και να ενδυναμώσουν το εμπόριό τους  στην Εγγύς Ανατολή.

          Η Κατερίνα έγινε βασίλισσα της Κύπρου και την αγάπησε, αλλά γεύτηκε πολλή δυστυχία. Ο σύζυγός της νέος και δυνατός πήγε μια μέρα με τους συντρόφους του για κυνήγι και γύρισε βαριά άρρωστος, αφού  όπως φαίνεται  τον δηλητηρίασαν οι Βενετοί για να πάρουν το βασίλειό του. Μετά το θάνατό του, μόλις  ύστερα από μερικούς μόνο μήνες, η Κατερίνα γέννησε το διάδοχο του θρόνου, στον οποίο  έδωσαν το όνομα του πατέρα του, Ιάκωβος, αλλά και αυτός μόλις ενός έτους πέθανε ξαφνικά. Η Κατερίνα  δέχθηκε πιέσεις ως βασίλισσα για να παραδώσει  στο τέλος  το στέμμα και να αποχαιρετήσει το βασίλειό της με δάκρυα στα μάτια και ντυμένη στα μαύρα και να επιστρέψει πίσω στη Βενετία.

        Ήταν επικίνδυνα όμως και τα νόθα παιδιά του βασιλιά: η Καρόλα, ο Ζένιος και ο Ιωάννης, γιατί μπορούσαν να διεκδικήσουν το στέμμα της Κύπρου. Οι Βενετοί πήραν την Κουτσομύτα και τα τρία εγγονάκια της και την  ξερίζωσαν  μαζί μ’ αυτά από την Κύπρο εξορίζοντάς την μαζί τους στην Πάδοβα. Τα παιδιά μεγάλωναν ως έγκλειστα και φρουρούμενα από Βενετούς, ενώ η γιαγιά τους η Μαρία η Πατρινή ή Κουτσομύτα  έζησε σ’ ένα ξένο και  άγνωστο περιβάλλον   για να μάθει σιγά -σιγά μια άλλη γλώσσα και άλλες συνήθειες. Έζησε εκεί με νοσταλγία και πίκρα φέρνοντας στη μνήμη της το ταξίδι από την Πάτρα στην Κύπρο, τον έρωτά της με το βασιλιά, τον καρπό του έρωτά τους τον Ιάκωβο, την παραμόρφωσή της από τα δόντια της βασίλισσας Ελένης, το θάνατο του γιου και του εγγονού της και τέλος την εξορία της μαζί με τα τρία εγγονάκια της, σε μέρη άγνωστα και μακρινά.

       Η μικρή Καρόλα θα πεθάνει μόλις δώδεκα ετών κτυπημένη από μια επιδημία  και η γιαγιά της θα διακοσμήσει το μνήμα της μ’ ένα στέμμα, ώστε να μαρτυρείται η βασιλική καταγωγή της, αλλά οι βενετικές αρχές θα αντικαταστήσουν το στέμμα με άνθη. Τα άλλα δύο αγόρια θα νυμφευθούν και θ’ αποκτήσουν παιδιά, αλλά θα έχουν άδοξο τέλος. Η γιαγιά τους, η ωραία κάποτε και σοφή Μαρία, όπως αναφέρεται, πρόλαβε πριν πεθάνει και τους κληροδότησε δύο χωριά,  τις Πάνω και Κάτω Κέδαρες στην Πάφο, τα οποία της είχε χαρίσει ο βασιλιάς γιος της.

       Τα βράδια στη μακρινή Πάδοβα έως το θάνατό της η Μαρία η Πατρινή ή Κουτσομύτα, έβλεπε εφιάλτες. Το δηλητήριο να διακλαδώνεται στην κοιλιά του γιου της  και να σφαδάζει από τους πόνους,  σαν κάθισε  για  φαγητό στον ίσκιο ενός δένδρου με τους φίλους  του μετά από το κυνήγι. Ή τον μόλις ενός έτους εγγονό της Ιάκωβο και κληρονόμο του βασιλείου της Κύπρου να γεύεται από κάποια παραμάνα γάλα θανατερό και να ξεψυχά σε λίγο. Κι’ ύστερα το κύμα σα βουνό της θάλασσας που ταλάνιζε τη γαλέρα που τη μετέφερε  μακριά από ό,τι αγάπησε και ό,τι πιο πολύ φοβήθηκε. Μπροστά σ’ αυτά δεν ήταν τίποτε  τα δόντια της Ελένης  που την παραμόρφωσαν …

 
 
 

 

Απαγγελία ποιημάτων με θέμα τις Κέδαρες από  τον Ανδρέα Χατζηθωμά (φιλόλογο, ποιητή και κριτικό).

Η φωνή του απόδημου Κεδαρίτη

Ταξίδεψα σε τόπους μακρινούς,
ανήλιους και άξενους.
Ταξίδεψα με την ηχώ του χρόνου
κι αγρύπνησα μες στη σιωπή πλανώδιος της χίμαιρας
και της οπτασίας.

Όταν όμως οι θύμησες,
οίστρος πεθυμιάς και αδημονίας,
κεντρί στο σώμα και στην ψυχή,
πλημμυρίζουν τον νου,
οι μνήμες αδυσώπητες γυρνούν στα μονοπάτια
ανάμεσα σε σκίνα και κόνιζους να προκαλούν τις αισθήσεις
                                                       σαν θρόισμα ψυχής,

του γρύλου ο πιο γλυκός ήχος
να σμίγει με τ’ αστέρια σε μια συγχορδία προσευχής
μέχρι το άκουσμα της καμπάνας του Άη Ιωάννη του Προδρόμου.

Γονυπετής μπροστά στο αγιοκάντηλο,
ψηλαφώ την ιστορία της γης μου
κυνηγώντας την ειμαρμένη σε τόπους ιερούς
μαζί με τον ιεροφάντη Κινύρα
σε τόπους αγίων και ηρώων
εκεί που η μοίρα σμιλεύει τη συνείδηση,
εδώ που αναδύεται από κρήνη μαρμαρένια το άχραντο νερό
να ξεδιψάσει τον  μόχθο.
Μετρώ τις ρυτίδες του χρόνου
και νοσταλγώ το άγγιγμα της πέτρας,
το μύρο της λεβάντας και του κέδρου.

Οι μνήμες τυλιγμένες στις αισθήσεις
ζεσταίνουν τη λαχτάρα της επιστροφής
στο λιθόστρωτο του αγκομαχητού.

Να γευτώ θέλω τη σταφίδα του αμπελιού μου
που μεστώνει στον κόρφο του ήλιου,
να εξαργυρώσω θέλω της αγάπης
το πρώτο άγγιγμα,
του έρωτα το πρώτο σκίρτημα.

Από τα σπλάχνα της γης μου ν’ αφουγκραστώ επιθυμώ τις αιώνιες,                                                                              
                                                                          τις άφθαρτες,
τις ακατάλυτες ρίμες αγάπης
τυλιγμένες στ’ άμφια των πατεράδων,
στης Παναγίας την πορφυρή εσθήτα.

Κι όταν σκύβω να δροσίσω
τα χείλη στα δροσερά του Διάριζου νερά,
αίφνης νύμφες και ιέρειες με στεφανώνουν
με κισσούς και αμπελόφυλλα.

Τότε η ζωή γίνεται χαρά παιδιού,
ζωντανεύει η έκσταση μιας υπόσχεσης ότι σε αυτόν εδώ τον τόπο, θα κλείσω τα βλέφαρα
και ο ύπνος θάναι για πάντα
μια προσευχή στον άνθρωπο.

 

Παράκληση στον απόδημο Κεδαρίτη

Αδελφέ μου,
Εγώ σαν την ελιά
ρίζωσα σε τούτο το αγιοτόπι
ανασαίνω κάθε πρωί το γιασεμί
λέω καλημέρα στο δροσάτο αγέρι
που ανηφορίζει τις πλαγιές
των αμπελιών με τον μοσχοκαρπό
και τα φωτεινά φύλλα
που θροίζουν στην παλάμη
του καλοκαιριού
όταν η καμπάνα
του ξωκκλησιού γαληνεύει την ψυχή.

Χρόνια και χρόνια
παλεύω με τη γη μου
με την υπομονή της πέτρας.

Τις νύκτες
πίνω ανέρωτο κρασί
να σβήσω
τον πόνο της μέρας,
τραγουδώ τον έρωτα
μ’ ένα κλωνάρι βασιλικό
στ’ αυτί
και δυο φύλλα δυόσμο
στο στόμα.

Όλα τριγύρω λάμπουσι
σαν πανηγύρι ολόχαρο
με πρόσωπα ν’ αστράφτουν,
σαν άνοιξη μες στο αιώνιο φως
και την αγάπη.

Αδελφέ μου,
με τον αγέρα σου στέλνω
άνθια και καρπούς γλυκούς που έπλασε η γη μας,
σου στέλνω και πεθυμιάς σημάδια, θύμησες,
σαν αχτίδες φεγγαριού
να ραντίζουν τα βλέφαρα
της προσμονής και της αγρύπνιας.

Κάποτε θ’ ανταμώσουμε,
της μοίρας είναι το γραμμένο,
ψωμί ζεστό μαζί
θε να μοιραστούμε
κρασί από την ίδια κούπα
θα γευτούμε
και στο μνήμα των γονιών
κερί θ’ ανάψουμε αιώνιας
γαλήνης.

Έλα αδελφέ
στο πατρικό το σπίτι
το πλατύ, που είναι
ολάνοικτο σαν Μάνας -  Παναγιάς
αγκάλη.

 

Πρόγραμμα:

Σάββατο 27 Μαΐου 2017 από 11.00 μέχρι 20.00 και Κυριακή 28 Μαΐου 2017 από 9.00 μέχρι 20.00
Διήμερο εικαστικό γεγονός του ζωγράφου Ανδρέα Παρασκευά εμπνευσμένο από το παραμύθι της Νάσας Παταπίου «Η Κουτσομύτα».
Χώρος
: Σπίτι του Δασκάλου

Δεξίωση γνωριμίας
Σάββατο 27 Μαΐου 2017 στις 18.00
Χώρος: Προαύλιο του σχολείου.

Σάββατο 27 Μαΐου 2017 στις 18.30
Διάλεξη με θέμα «
Οι Κέδαρες, η Μαρία η Πατρινή και ο Οίκος των Lusignan» από τη Δρ. Νάσα Παταπίου.
Χώρος
:
Προαύλιο του σχολείου.

Σάββατο 27 Μαΐου 2017 στις 19.30
Απαγγελία ποιημάτων με θέμα τις Κέδαρες από  τη Δρ. Νάσα Παταπίου (Ποιήτρια, ιστορικός και ερευνήτρια) και τον Ανδρέα Χατζηθωμά (φιλόλογος, ποιητής και κριτικός).
Χώρος: Προαύλιο του σχολείου.

Την «Εικαστική εκδήλωση, διάλεξη και ανάγνωση ποίησης» διοργανώνει ο «Σύνδεσμος Αποδήμων Κεδαριτών» και ο «Πολιτιστικός Όμιλος Σαλίνα».

 

 ΛΕΖΑΝΤΑ: Το οικόσημο του βασιλιά Ιάκωβου Β’ Λουζινιάν, ο οποίος ήταν επίσης νόθο παιδί, όπως και τα τρία παιδιά του ιδίου προτού παντρευτεί την Αικατερίνη Κορνάρο: η Καρόλα, ο Ευγένιος και ο Ιωάννης.

 

Βιογραφικά

Ο Ανδρέας Παρασκευά γεννήθηκε στη Λευκωσία.
Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών.

Φοίτησε στα εργαστήρια των Δ. Μυτάρα, Τ. Πατρασκίδη και Π. Τέτση. Στο εργαστήριο του τελευταίου έκανε το μεγαλύτερο μέρος των σπουδών του, στον τομέα της ζωγραφικής και αποφοίτησε με Άριστα.

Σπούδασε επίσης Σκηνογραφία στο εργαστήριο του Β. Βασιλειάδη και χαρακτική στο εργαστήριο του Θ. Εξαρχόπουλου. Εργάστηκε για τρία χρόνια στην Εθνική Λυρική Σκηνή, στο σκηνογραφικό τμήμα, στην Αθήνα.

Από το 1999 ζεί μόνιμα στη Λάρνακα, και εργάζεται ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης.

 

Ο Ανδρέας Χατζηθωμά γεννήθηκε στη Λευκωσία. Σπουδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης. Αφυπηρέτησε ως Διευθυντής.

Είναι Πρόεδρος της Βιβλιογραφικής Εταιρείας Κύπρου και της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών,

Μέλος του Συμβουλίου ΠΑΦΟΣ 2017 και Αντιπρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Έχει εκδώσει 30 βιβλία (ποίηση, έρευνα, κριτική, μελέτες) και έχει δημοσιεύσει σε πολλά έντυπα δοκίμια και κριτικές.

Είναι εκδότης του περιοδικού τεχνών και πολιτισμού Διόραμα.

 

Η Νάσα Παταπίου γεννήθηκε στο Ριζοκάρπασο. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία. Παράλληλα, σπούδασε Θέατρο και παρακολούθησε μαθήματα χορού. Αργότερα, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία, καθώς και Φιλοσοφία.

Στην Κύπρο εργάστηκε αρχικά στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών ως ιστορικός - ερευνήτρια. Εξέδωσε πολλές μελέτες και έκανε ανακοινώσεις σχετικά με τη Φραγκοκρατία και τη Βενετοκρατία στο Νησί.

Έχει κάνει επίσης έρευνες σε αρχεία και βιβλιοθήκες, ιδιαίτερα στην Ιταλία, από όπου συγκέντρωσε υλικό που αναφέρεται στην ιστορία της Κύπρου, κυρίως κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας.

Από το Φεβρουάριο του 2000 μέχρι πρότινος ήταν Μορφωτική Ακόλουθος στην Κυπριακή πρεσβεία Αθηνών, ενώ παράλληλα διεύθυνε το "Σπίτι της Κύπρου".

Τιμήθηκε με το Α΄ κρατικό βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου (1988).

Το 2001 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και την Ελληνική Κυβέρνηση, για το βιβλίο της "Το Προξενείο της Επτανησιακής Πολιτείας στην Κύπρο, 1800 - 1807 και ο Πρόξενος Παναγής Αγγελάτος".

Επιστρέφοντας στο νησί και στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, η Νάσα Παταπίου, ως ιστορικός - ερευνήτρια και με ραχοκοκαλιά το αντικείμενο των ερευνών της δίνει εκλεκτές διαλέξεις και σχεδιάζει με τον ενθουσιασμό εφήβου, τα επόμενα της βήματα για την αξιοποίηση του σημαντικού υλικού που έχει συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια μέσα από τις έρευνές της.

 

Επισκέψεις ...:::

stat tracker for tumblr

©  Κέδαρες / Kedares